• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hard blow n (forceful punch or strike)δυνατό χτύπημα επίθ + ουσ ουδ
 Although the jab to the chin dropped him, it was the hard blow to the ribs that did the damage.
hard blow n figurative (emotional setback)μεγάλο πλήγμα επίθ + ουσ ουδ
  (μεταφορικά)δυνατό χτύπημα επίθ + ουσ ουδ
 The loss of his job dealt a hard blow to his self-confidence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blowhard,
blow-hard
n
slang, figurative (boastful person) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ψώνιο ουσ ως επίθ
  (καθομιλουμένη)καυχησιάρης επίθ
 That guy's such a blowhard! He never stops talking about his achievements.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hard blow στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hard blow».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!